δαφοινεός

δᾰφοινεός, όν,
A = δαφοινός, εἷμα δαφοινεὸν αἵματι dark with blood, Il.18.538, cf. Hes.Sc.159.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαφοινεός — dark masc/fem nom sg δαφοινός tawny masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινεόν — δαφοινεός dark masc/fem acc sg δαφοινεός dark neut nom/voc/acc sg δαφοινός tawny masc/fem acc sg δαφοινός tawny neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινεῶν — δαφοινεός dark masc/fem/neut gen pl δαφοινός tawny masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινός — και δαφοινεός, όν και δαφοινός, δαφοινή και δάφοινος, όν (Α) 1. (για άγρια ζώα) με βαθύ κόκκινο χρώμα («δαφοινὸν δέρμα λέοντος») 2. εχθρικός, καταστρεπτικός («κῆρες... δαφοινοί» μαύρες μοίρες). [ΕΤΥΜΟΛ. < δα* + φοινός* «κόκκινος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.